Skip to main content

Η Ελίζαμπεθ Μπόουεν (1899-1973) γεννήθηκε σε οικογένεια Ιρλανδών γαιοκτημόνων, εργάστηκε  για την Βρετανία κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και δίδαξε στο Πρίνστον και το Βασάρ στις ΗΠΑ. Η γραφή της διακρίνεται για την προσήλωση στη λεπτομέρεια.

Μπόουεν, Ελίζαμπεθ. «Αίθουσα Κυριών». Το Μπαζάρ και Άλλες Ιστορίες. Επιμ. και εισαγ. Άλαν Χέπμπορν. Εδιμβούργο: Edinburgh University Press, 2008. 29-34.

Αίθουσα Κυριών [απόσπασμα]

Μετάφραση από την αγγλική γλώσσα: Χρύσα Μαρίνου

Κάθε φορά που έφτανε στο τέλος του διαδρόμου, δίσταζε στη στροφή, μπροστά από μια πόρτα της οποίας τα φύλλα ήταν εξολοκλήρου ξύλινα και αδιαπέραστα· στο κεντρικό υπήρχε βιδωμένη μια μικρή πλακέτα με σμάλτο με την ανακοίνωση: Αίθουσα Κυριών. Ο κ. Γκριγκόροφ λαχταρούσε να μπει.

Οι άντρες δεν ήταν του γούστου του, ειδικά οι Άγγλοι σύζυγοι. Υπήρχαν ασυνήθιστα πολλοί μεταξύ των επισκεπτών. Του μιλούσαν με βρυχηθμούς, κάνοντας παρατηρήσεις για τον καιρό, στις οποίες ο κ. Γκριγκόροφ απαντούσε αόριστα, συμπονετικά, «Oh, mon Dieu». Αν έμπαινε στην αίθουσα θα υπήρχαν κυρίες· ίσως πάρα πολλές ή, πιθανά και σαφώς πολύ καλύτερα, μερικές. Θα υπήρχε η ζεστασιά από τα καλοριφέρ και τις βαριές κουρτίνες. Ο κ. Γκριγκόροφ έβρισκε τη συναναστροφή με τις γυναίκες μεγάλη ανακούφιση. Μπήκε μέσα.

Ο ήχος από τις βελόνες πλεξίματος σταμάτησε καθώς οι τρεις γυναίκες έστρεψαν τα κεφάλια τους προς την πόρτα. Ήταν καθισμένες όλες μαζί δίπλα στο μεγάλο παράθυρο και κοιτούσαν έξω τα βρεγμένα πεύκα, με τα γόνατά τους να πιέζουν το καλοριφέρ κάτω από το περβάζι. Η κυρία Χόμπσον έπλεκε, η Δεσποινίς Πυμ μπάλωνε κάτι—που το έκανε κουβάρι και κάθισε πάνω του μόλις μπήκε ο κ. Γκριγκόροφ—και η δεσποινίς Βιλλάρ, με κάποια δυσκολία, μετάφραζε ξανά στη μητρική της γλώσσα μια γερμανική μετάφραση του Βασιλιά Ληρ.

Επίσης δείτε:

Original text:

Every time he reached the end of the corridor he hesitated, in turning, before a door. The panels were all wooden and impenetrable; to the centre one was screwed a small enamelled plate, announcing: Salon des Dames. M. Grigoroff yearned to enter.

He did not like men, especially English husbands. Of these, there was an unusually large percentage among the visitors. They roared at him, making observations about the weather, to which M. Grigoroff responded vaguely, sympathetically, “Oh, mon Dieu.” If he entered the salon there would be ladies; too many ladies perhaps, or there might, infinitely more desirably, be a few. There would be the warmth of radiators and draped curtains. M. Grigoroff found great comfort in the society of women. He entered.

The click of knitting-needles was suspended as the three women turned their faces to the door. They were sitting close together by the big window, looking out into the wet, black pinewoods, with their knees pressed against the radiator under the window-sill. Mrs. Hobson was knitting, Miss Pym was mending something which she rolled into a ball and sat on as M. Grigoroff entered, and Miss Villars was, with some difficulty, re-translating into her mother tongue a German translation of King Lear.

Bowen, Elizabeth. “Salon des Dames.” The Bazaar and Other Stories. Ed. and introd. Allan Hepburn. Edinburgh: Edinburgh University Press, 2008. 29-34.

Leave a Reply